«The Great Fandango» Album Reviews:  

Φώντας Τρούσας / Δισκορυχείον / Vinylmine & Lifo
ALBUM OF THE WEEK

«Οι Dustbowl στη σκηνή από το 2006 –άρα έκλεισαν/κλείνουν δεκαετία–, οι Dustbowl είναι ίσως το πιο πιστό, το πιο ταγμένο ελληνικό americana συγκρότημα που μπορείς να συναντήσεις τριγύρω. Λέω «το πιο ταγμένο», επειδή οι αναφορές τού γκρουπ είναι και καταγραμμένες και καταφανείς, ώστε να μην χρειάζεται εμείς να προσθέσουμε κάτι άλλο. Δεν είναι μόνο το γεγονός πως όλα όσα απαιτούνται ακούγονται στις μουσικές τους, είναι γιατί τα λένε και οι ίδιοι. Δεν κρύβονται – και δεν έχουν κανένα λόγο να το κάνουν… Green On Red, Dream Syndicate, Neil Young & The Crazy Horse, Gram Parsons, The Byrds, Grateful Dead, Townes Van Zandt, The Band, Gene Clark, Long Ryders, Flying Burrito Brothers, Gun Club, Drive By-Truckers, Velvet Underground, Television, the “paisley underground”… Τι πιο σαφές; Πάντως ακόμη και τις καλύτερες επιρροές να έχει κάποιος δεν σημαίνει πως, αυτομάτως, θα μπορέσει να γράψει καλά δικά του τραγούδια. Χρειάζεται και κάτι άλλο, κάτι λιγότερο εύκολο και καθημερινό, που, όμως, οι Dustbowl το διαθέτουν σε περίσσεια. Το ταλέντο να μεταστοιχειώνεις ό,τι θαυμάζεις και αγαπάς σε δικά σου αυθόρμητα και, γιατί όχι, σπουδαία κομμάτια. Είναι, εν ολίγοις, αυτό που πράττει το αθηναϊκό συγκρότημα στο “The Great Fandango”, μιας και κατορθώνει να ολοκληρώσει ένα opus της americana που θα έκανε πολλούς να τα χάσουν. Και τούτο, γιατί το άλμπουμ έχει τέλεια οργανική ενότητα, με τα τραγούδια να είναι το ένα καλύτερο από το άλλο, παρασύροντάς σε συν τω χρόνω. Στην αρχή ξαφνιάζεσαι. Είναι ο ήχος, βασικά, που είναι τόσο… Band, τόσο Crazy Horse, τόσο… όλα αυτά που προαναφέρθηκαν. Όμως καθώς κυλάει η εγγραφή αρχίζεις να αντιλαμβάνεσαι τι είναι εκείνο ακριβώς που κάνει το “great fandango” μοναδικό. Είναι οι άψογες και ολοκληρωμένες μελωδίες, τα ωραία στιχάκια που είναι πλημμυρισμένα από το φυσικό στοιχείο και τις αδρές γραμμές της απλής ζωής, οπωσδήποτε τα παιξίματα, που είναι άπιαστα, και πάνω απ’ όλα (κι εδώ έχουμε αυτό το «κάτι», που τα συμπεριλαμβάνει όλα) η γνώση τού κώδικα τού country-rock, της βάσης της σύγχρονης americana. Οι έξι βασικοί Dustbowl, δηλαδή ο Πάνος Μπίρμπας φωνή, ακουστικές κιθάρες, ο Νίκος Φυσάκης ηλεκτρικές, ακουστικές κιθάρες, ο Γιάννης Χουστουλάκης pedal steel, ο Μάκης Δρεμέτσικας ηλεκτρικές, ακουστικές κιθάρες, η Λυδία Γραμματικού μπάσο και ο Γιώτης Πετρέλης ντραμς συν οι guests σε φωνητικά, πιάνο/πλήκτρα και σιτάρ είναι σίγουρο πως δίνουν τον καλύτερο εαυτό τους, υπογράφοντας μόνο τραγουδάρες. Είναι δύσκολο να ξεχωρίσεις κομμάτι σ’ αυτό τον δίσκο, γιατί όλα έχουν μια σειρά – επιστημονικώς βρίσκονται εκεί όπου βρίσκονται. Από την εισαγωγή και το “Linger on” οι Dustbowl σε πιάνουν από τα μούτρα, όπως λέμε, και δεν σ’ αφήνουν μέχρι το εξόδιο “Lay me down easy”. Στο ενδιάμεσο; Εκείνο το “The gracious exile” ή το “Harvest and remains”, που κοιτάνε κατάματα τα αριστουργήματα του είδους – τα τραγούδια του Danny Whitten φερ’ ειπείν (ναι, το ανατριχιαστικό “I don’t want to talk about it”) από ’κείνο το πρώτο LP των Crazy Horse. Τι άλλο να πώ?»

http://www.lifo.gr/articles/music_articles/105132
http://diskoryxeion.blogspot.gr/2016/06/americana.html


Μάκης Μηλάτος / Athens Voice - The Paper

«Καθώς ο τίτλος του δίσκου μού φέρνει στο μυαλό το «Whiter Shade of Pale» των Procol Harum και το εξώφυλλό του με ταξιδεύει στο παρελθόν, η μηχανή του χρόνου παίρνει μπροστά κι ένα υπέροχο ταξίδι αρχίζει. Καθώς το άλμπουμ κυλάει χωρίς κομπιάσματα και αγκομαχητά, διασχίζουμε αμερικάνικα βουνά και πεδιάδες, βλέπω γενειοφόρους ξυλοκόπους, αλλά και τον Ιησού/χαρτοπαίχτη του εξωφύλλου με τη θαυμάσια χωρίστρα και το κομψό ντύσιμο. Πηγαίνουμε σε μέρη που έζησε ο Neil Young, οι C,S&N, o Townes Van Zandt, o Johnny Cash, οι Simon & Garfunkel, η pedal steel χρωματίζει τις εικόνες και το ψυχεδελικό 8λεπτο φινάλε με το «Lay Me Down Easy» ολοκληρώνει το road trip με τον καλύτερο τρόπο».

http://www.athensvoice.gr/the-paper/article/567/η-ελληνική-σκηνή-στα-χρόνια-των-μνημονίων

Μιχάλης Παπαμακάριος / toperiodiko.gr  

«DUSTBOWL: The Great Fandango  
Το ροκ της Μητέρας γης….  
Πάντα μου έκαναν εντύπωση οι μουσικοί και τα συγκροτήματα που δουλεύουν με το μη οικείο, αυτό που ακόμη και ο εγχώριος ροκ ή μη ακροατής δεν έχει σημαντική επαφή. Δείχνει ανθρώπους με βαθιά πεποίθηση σε αυτό που κάνουν και αντίστοιχη αυτοπεποίθηση. Αλλιώς δεν μπορείς να την παλέψεις σε αυτό το περιβάλλον που λέγεται ελληνική μουσική πραγματικότητα… Οι Dustbowl αποτελούν τον ορισμό μιας τέτοιας μπάντας. Έχουν επιλέξει να υπηρετήσουν ένα ήχο που ακόμη και πολλούς ροκ ακροατές μπορεί να μην τους αγγίξει εύκολα. Πώς να το κάνουμε υπάρχει και σε αυτό το κοινό μέινστρημ και μη…. Για όσους βέβαια αγαπάνε μπάντες σαν τους Calexico, Friends of Dean Martinez, 16 Horsepower και για τους παλιότερους, όσοι κολλήσαμε εκεί στα 80’ς με Green on Red, Long Ryders, Dream Syndicate και όλη την Americana ψυχεδελική σκηνή και με τους Neil Young & The Crazy Horse και τους The Byrds λόγου χάρη, να είναι σίγουροι ότι με το Great Fandango θα βουτήξουν πάλι βαθιά σε αυτά τα νερά…. και τα νερά των Dustbowl είναι λυτρωτικά!  
Το The Great Fandango είναι great όπως και να το κάνουμε. Υπάρχουν στιγμές που απορείς πως μια παρέα Ελλήνων μπορούν και χειρίζονται τόσο άνετα και δημιουργικά αυτό τον ήχο. Το Linger on, που σε βάζει στο σύμπαν του The Great Fandango, σου θέτει εξαρχής τα υψηλά επίπεδα του άλμπουμ. Εδώ έχουμε να κάνουμε με ένα κομμάτι ισχυρής, μελωδικά αφηγηματικής, δομής που σου αποτυπώνεται. Το ομώνυμο σε στέλνει για ένα ταξίδι στο μεγάλο δρόμο της αναζήτησης και της ελευθερίας. Το Don’t let the fascists drag you down υπενθυμίζει το πώς μπορεί μια μπάντα να στέκεται απέναντι στα μεγάλα πολιτικά προβλήματα του καιρού της. To Bread and soil σε καταλαμβάνει με τη δύναμη του. Η ψυχεδελική εκδοχή του Lay me down easy σε οδηγεί στο φινάλε που δεν θα ήθελες να έρθει…  
Έχω την εντύπωση ότι το τελευταίο διάστημα οι παραγωγές των εγχώριων συγκροτημάτων έχουν ανέβει επίπεδο. Αυτή η δουλειά όπως και προηγούμενες που έχουν ανέβει στο disc lab και αυτές που θα ακολουθήσουν δείχνουν μια άλλη κατάσταση πλέον, παρά τα προβλήματα ακόμα και οικονομικής επιβίωσης των συντελεστών τους. Φαίνεται ότι η βαθιά κρίση λειτουργεί δημιουργικά σε πάρα πολλούς και αναδεικνύει αυτούς που είχαν μάθει πάντα να στέκονται στα πόδια τους και να μη βολεύονται σε ευκολίες… Οπως δηλώνει και το ίδιο το γκρουπ: «Το “The Great Fandango” είναι η «δική» μας μουσική, είναι τo Mother Earth Rock…τίποτα περισσότερο αλλά και τίποτα λιγότερο. Θέλαμε να κάνουμε κάτι που να αφορά το τώρα και το μόνο που παραμένει αναλλοίωτο πλέον στους Dustbowl είναι η παράδοση του να κάνουμε πάντα κάτι διαφορετικό από το προηγούμενο. Αυτό είναι και το μόνο που παραμένει σταθερό στην δισκογραφική (και όχι μόνο) παρουσία μας: το ότι τίποταδεν είναι το ίδιο». Η παραγωγή οφείλεται στο Γιάννη «John Hardy» Χουστουλάκη.»

www.toperiodiko.gr/dustbowl-great-fandango/#.V1-lrNSLTGg  


Mike Nikolitsis / ypogeio.gr  

«Να ένας από τους πιο ενδιαφέροντες ελληνικούς δίσκους του 2016 ως τώρα: Dustbowl - The Great Fandago. Οι Αθηναίοι επιστρέφουν 7 χρόνια έπειτα από το δεύτερο studio album τους Going' Down (2009) και 8 έπειτα από το ντεμπούτο τους Troublebound And Lonesome (2008). Μία επιστροφή που συνδυάζεται με αλλαγή στα φωνητικά, οι DD Dynamite και Big George δεν είναι πια εδώ, ο αντικαταστάτης τους όμως και γνώριμος του Υπογείου Πάνος Μπίρμπας στέκεται στο ύψος των περιστάσεων, το ξεπερνάει θα μπορούσα να πω. Ο Πάνος έχει φωνάρα και το ξέραμε αυτό - η παρουσία του στους Dustbowl είναι κάτι που μοιάζει (και ακούγεται σε όλο το δίσκο) σαν μία ιδανική κατάληξη της μοίρας, η φωνή του ταιριάζει και κολλάει άψογα με τα κομμάτια, νομίζεις πως ο Μπίρμπας ήταν εκεί from day one, από τα μέσα των 00's δηλαδή, οπότε και πρωτοφτιάχτηκε η Αθηναϊκή rock'n'roll μπάντα.  
Το Great Fandago είναι μία δισκάρα με 10 country/americana κομμάτια, τα σκονισμένα αχανή τοπία του Αμερικάνικου Νότου θα αρχίζουν να σχηματίζονται γύρω σου με τις πρώτες νότες του δίσκου. Αν είσαι fan του είδους, θα βάλεις το Great Fandago στο εικόνισμα της δισκοθήκης σου... Ακόμα κι αν όμως δεν είσαι από τους πιστούς ακόλουθους αυτού του Mother Earth Rock, όπως αυτοπροσδιορίζουν τον ήχο τους οι ίδιοι οι Dustbowl, θα αγαπήσεις το δίσκο ούτως ή άλλως, διότι είναι καλοδουλεμένος και καλοφτιαγμένος απ'την αρχή ως το τέλος του. Το ομώνυμο τραγούδι (The Great Fandago) είναι απλά υπέροχο, ξεχώρισα όμως και τον ύμνο Don't Let The Fascists Drag You Down, το σκαλωματικό Bread And Soil και το... αγριεμένο Strain Of Care. Όχι ότι τα υπόλοιπα πάνε πίσω...  
Οι Nick Fysakis (ηλεκτρική κι ακουστική κιθάρα), ο Panos Birbas (κιθάρα), John “Hardy” Houstoulakis (pedal steel), Mike Dremetsikas (ηλεκτρική, ακουστική κιθάρα, φωνητικά), Lydia Grammatikou (μπάσο, φωνητικά) και Giotis Petrelis ‘Shoeshine Boy’ (ντραμς) το Σάββατο 7 Μαϊου θα είναι στο Ilion Plus, όπου και θα παρουσιάσουν την επίσημη κυκλοφορία του δίσκου, ο οποίος θα μας έρθει στο format του βινυλίου από την Urban Sound Records (500 αντίτυπα)».


www.ypogeio.gr/News/Nees-Kuklofories_359  



Μαρία Μαρκουλή / It’s My Blender  

# GreatAlbumAlert:  
«Θα μ’ ακούσεις να μιλάω με ενθουσιασμό, θα μ’ ακούσεις να μιλάω με αγάπη, θα μ’ ακούσεις να μιλάω με πίστη γι’ αυτή την μπάντα που είναι φευγάτη σε ανοιχτούς δρόμους και συνεχίζει να πηγαίνει και σε κάθε διασταύρωση σου δίνει ένα λόγο παραπάνω να ακολουθήσεις. Για τους φίνους και εκλεκτούς Dustbowl λέω-στην διασταύρωση που πλησιάζει το καινούργιο τους άλμπουμ, The Great Fandango, κανονικός σταθμός στη διαδρομή.  
Πριν σε παρασύρει η δύναμη της μουσικής και το παλλόμενο ‘americana/rock’ τους, αξίζει να προσέξεις τι σημαίνει στ΄αλήθεια ‘εμπνέομαι από τις επιρροές μου’ και πόσο δημιουργικό και ουσιαστικό μπορεί να είναι αυτό για μια μπάντα που συνεχώς εξελίσσεται προκαλώντας τον εαυτό της. Είναι βέβαια δυνατοί οι παίκτες εδώ, ευρηματικοί και ανήσυχοι μουσικοί – Nick Fysakis ηλεκτρική κι ακουστική κιθάρα, John “Hardy” Houstoulakis pedal steel, Mike Dremetsikas ηλεκτρική, ακουστική κιθάρα επίσης, Lydia Grammatikou μπάσο, Giotis Petrelis ‘Shoeshine Boy’ ντραμς και Panos Birbas κιθάρα και η φωνή της μπάντας με αυθεντικότητα σε όλους, εσωτερικούς και εξωτερικούς, ροκ τόνους.  
Και έτσι οι μουσικές παίρνουν φωτιά πάνω σε καλοδουλεμένες συνθέσεις με έμπνευση και ακρίβεια ως τις πιο απαλές σκιές του ήχου, στις μελωδίες και στους ρυθμούς του Great Fandango, που πολύ καθαρά, έχουν ρίζες σε γήινες αρμονίες και περιπλάνηση, σε μια σπίθα σαν κι αυτή που άναψε το ροκενρόλ εξ’ αρχής.  
“Mother Earth Rock” το λένε οι ίδιοι και αγγίζει όλα τα τραγούδια ο προσδιορισμός, είτε πλησιάζει μέσα από την folk γλύκα του Ηarvest and Remains, είτε από το ευθύβολo country-rock ύφος του Heavy Chain, ή την ταραγμένη «νηνεμία» του ίδιου του Great Fandango.  
Το Let me Down Easy σκαρφαλώνει στα ύψη του όπως πολλές alt country/rock μπάντες θα ονειρεύονταν αλλά λίγες θα κατάφερναν τουλάχιστον όσο ωραία και ψυχεδελικά το ξετυλίγουν οι Aθηναίοι Dustbowl. Ενώ το Don’t Let The Fascists Drug You Down είναι τραγούδι-ύμνος για να μοιράζεται, να διαδίδεται και να στέλνει το μήνυμά του από τη μία άκρη ως την άλλη.  
Μέσα σε όλο τo The Great Fandango άλλωστε, όπου κάθε κομμάτι ξεχωρίζει με τα δικά του χαρακτηριστικά, ‘ζει΄το πνεύμα της outlaw country, του punk rock και των blues όχι σαν σουβενίρ εποχής, αλλά σαν ισχυρό αντανακλαστικό στην ψυχρή, άγρια λογική της παράνοιας που ζούμε.  
Για το ‘νοτιο-δυτικό’ αεράκι που συντροφεύει τους Dustbowl στη μουσική τους, έχω να πω πως είναι υπέροχο και ελπίζω ποτέ να μην τους εγκαταλείψει. Όσο για το Fandango, θα έχουμε και ένα ραντεβού κατά Δεκέμβρη μεριά, εκεί που φτιάχνουμε τις λίστες με τα καλύτερα της χρονιάς-να το θυμάστε».

www.mariamarkouli.com/2016/04/dustbowl-the-great-fandango/  


Παναγιώτης Γαβρίλης / Soundgaze.gr  

«Kάποια χρόνια πριν είχα γράψει ακούγοντας την προηγούμενη μεγάλη κυκλοφορία των Dustbowl και έχοντάς τους δει φυσικά ήδη τότε κάμποσες φορές επί σκηνής, για το κοσμικό λάθος που προσγείωσε αυτή την ιδιότυπη παρέα όχι κάπου στον αμερικανικό Νότο όπου μοιάζει να ανήκει, αλλά στα μέρη μας. Το κοσμικό αυτό λάθος εκ της επαναλήψεως αποδεικνύεται ότι δεν είναι λάθος, σύμπτωση ή οτιδήποτε άλλο αναγόμενο περισσότερο στην μεταφυσική, αλλά η πραγματικότητα. Συγχρόνως είναι ευτύχημα.  
Βλέπετε, από το 2006 που οι Dustbowl σχηματίστηκαν, δεν έπαψαν να μας προσφέρουν απλόχερα καλή, προσεγμένη μουσική, αλλά το κυριότερο, μουσική παιγμένη με ψυχή, με αγάπη αλλά και γνώση. Εδώ που, όπως και αλλού, για να μην είμαστε άδικοι, συχνά βλέπουμε να ανθούν οι λεγόμενοι «δήθεν», διάφοροι τυχάρπαστοι καιροσκόποι της Τέχνης, τα μέλη των Dustbowl, με όχημα το ίδιο αυτό το συγκρότημα, αποφάσισαν να κάνει το αυτονόητο, που όμως τελικά όμως μόνο αυτονόητο δεν είναι: να είναι ο εαυτός τους.  
Μπορεί ο μέσος ακροατής, ακόμη και ο υποψιασμένος, να αντιδράσει στο άκουσμα ότι οι Dustbowl παίζουν στην πραγματικότητα, alt country (ή americana αν προτιμάτε, η ορολογία είναι παντελώς αδιάφορη), μπολιασμένη βέβαια με μπόλικο αμερικάνικο rock. Ξεπερασμένο ιδίωμα θα μπορούσε κανείς να πει, όμως εδώ και χρόνια πολλοί εκπρόσωποί του ανά τον κόσμο δρέπουν δάφνες (κάποιες φορές, αλλά ευτυχώς όχι πάντα αδικαιολόγητα). Ξένο προς εμάς εδώ τους περήφανους Έλληνες, θα μπορούσε να πει κάποιος άλλος, όμως ούτε αυτό θα άντεχε στην κριτική, διότι όσο ξένη είναι η country άλλο τόσο είναι και το stoner rock, το metal ή η indie pop, έτσι δεν είναι; Προσωπικά προτιμώ να διαγράψω κάθε τέτοια δεύτερη σκέψη γράφοντας το αυτονόητο, αυτό που προκύπτει αμέσως και αβίαστα από την ακρόαση και του Great Fandango, όπως και όλων των προηγουμένων ηχογραφήσεών τους: οι Dustbowl είναι πραγματικοί τεχνίτες της alt country, από αυτούς που δίνουν στο ιδίωμα νόημα, υπόσταση και λόγο ύπαρξης και το ίδιο θα συνέβαινε αν είχαν γεννηθεί όχι εδώ που ζούμε όλοι εμείς, αλλά δίπλα από οποιοδήποτε σκονισμένο αμερικάνικο highway.  
Αυτό όμως που οι Dustbowl κάνουν στο Great Fandango, προς τιμήν τους, για ακόμα μία φορά ξεφεύγει από την πεπατημένη των προηγουμένων κυκλοφοριών τους. Αυτή την φορά δεν ακούμε με τόσο έντονο τρόπο την αρχετυπική, αναπόφευκτη φυσικά επιρροή του Johnny Cash, ούτε τους βλέπουμε να λοξοκοιτάνε προς τα rock’n’roll, ακόμη και garage μονοπάτια του προηγούμενου (φοβερού) Goin’ Down. Αντίθετα, τους βλέπουμε να φιλτράρουν με έναν πιο ήπιο τρόπο κάποιες από αυτές τις επιρροές, βγάζοντας πιο έντονα στην επιφάνεια άλλες όπως τον Neil Young, για παράδειγμα. Και το αποτέλεσμα για ακόμη μία φορά τους δικαιώνει. Έτσι, πλάι στα υπέροχο ομότιτλο, το οποίο μας φέρνει στο μυαλό τους Green On Red στα πιο ταξιδιάρικά τους, ακούμε τα θαυμάσια Linger On και Don’t Let the Fascists Drag You Down που μοιάζουν να οφείλουν περισσότερα στον μεγάλο Καναδό, αλλά και στον Townes Van Zandt, χωρίς φυσικά να μιλάμε για αντιγραφή, αλλά για έμπνευση, επιρροή. Ακούμε όμως και πιο ορθόδοξα country κομμάτια όπως τα Heavy Chain Ball και Bread And Soil (ας τα πούμε έτσι καταχρηστικά, άλλωστε το δεύτερο ανεβάζει σύντομα ταχύτητα και ένταση), αλλά και το Strain Of Care που φέρνει στο μυαλό τους Long Ryders. Το μίγμα αυτό οι ίδιοι το ονομάζουν «Mother Earth Rock». Επιτυχής ο χαρακτηρισμός, υπό την έννοια ότι ο όλος ήχος είναι πράγματι γήινος και έχει μπόλικο rock μέσα του, όμως εγώ προτιμώ απλώς να πω για άλλη μία φορά ότι είναι καλή μουσική.  
Όπως και να έχει οι συνθέσεις του δίσκου είναι στο σύνολό τους ιδιαίτερα αξιόλογες, ενώ, για όσους γνωρίζουν για τι ακριβώς μιλάω, δεν αποτελεί κάποιο ιδιαίτερο νέο το ότι εκτελεστικά το συγκρότημα κινείται σε εξαιρετικά επίπεδα. Έτσι, σε όλη την διάρκεια της ηχογράφησης απολαμβάνουμε το pedal steel του Γιάννη «John Hardy» Χουστουλάκη, ο οποίος υπογράφει και την πολύ προσεγμένη, μεστή παραγωγή, την όπως πάντα πολύ ουσιαστική, ποιοτική αλλά και φορτισμένη συμβολή του Νίκου Φυσάκη στην κιθάρα (αξίζει να ακούσετε των «διάλογο» των δύο τους μαζί με τον τρίτο, επίσης καλό κιθαρίστα της μπάντας Mike Δρεμέτσικα στο αρκετά δυνατό Lay Me Down Easy, που αποτελεί μία από τις κορυφαίες στιγμές του δίσκου), αλλά και ένα πολύ δεμένο rythm section που έχει «γράψει χιλιόμετρα» και το δείχνει συνεχώς (Λυδία Γραμματικού στο μπάσο και Γιώτης Πετρέλης στα ντραμς). Ακούμε όμως και την θετική συμβολή του νέου μέλους της παρέας Πάνου Μπίρμπα στα φωνητικά. Γιατί, μπορεί η χροιά και η ερμηνεία του να μην υπακούν στα στερεότυπα του είδους, όμως αυτό όχι μόνο δεν λειτουργεί αρνητικά, αλλά αντίθετα θετικά. Στην πραγματικότητα έρχεται να τονίσει ότι το συγκεκριμένο σχήμα μπορεί να ενσωματώνει στην μουσική του τα στερεότυπα που συχνά υπαγορεύουν οι επιρροές του με την ίδια άνεση που τα αναιρεί. Μαζί με αυτούς βεβαίως έχουμε την συνδρομή της πολύ αγαπητής σε εμάς εδώ στο Soundgaze Τζένης Καπάδαη στα φωνητικά μαζί με τον Πάνο Πρίφτη, και του Γιάννη Μαρίνη στα πλήκτρα, άρα ένα σύνολο «γεμάτο», πλούσιο, αλλά όχι φορτωμένο, αποτέλεσμα των πραγματικά δουλεμένων ενορχηστρώσεων.  
Μία από τα ίδια λοιπόν από τους Dustbowl, θα έλεγα με μία δόση διαστροφής, αφού, όπου «ίδια» μπορείτε να γράψετε ένας πολύ αξιόλογος στο σύνολό του δίσκος, από αυτούς που ακούγονται το ίδιο καλά στην στούντιο εκδοχή τους, όσο και επί σκηνής, όπως είχαμε την ευκαιρία να διαπιστώσουμε πρόσφατα στο Americana Session Vol. II, αλλά θα έχουμε την ευκαιρία να διαπιστώσουμε (θα πήγαινα στοίχημα) στην επίσημη παρουσίαση του στο ILION Plus αυτό το Σάββατο 7 Μαϊου (εκεί θα είμαστε και θα σας τα γράψουμε, φυσικά)».



Γιάννης Καστανάρας / Merlin's Music Box  

«Στην προκειμένη περίπτωση έχουμε να κάνουμε με ένα άλμπουμ που, μαζί με το περσινό ντεμπούτο των Thee Holy Strangers και μερικές άλλες κυκλοφορίες, αποτελεί σαφή απόδειξη ότι, παρά τις όποιες αντιξοότητες αντιμετωπίζει, η εγχώρια rock σκηνή πάει από το καλό στο καλύτερο, και μάλιστα με μια ηχητική ποικιλία που πραγματικά εκπλήσσει.  
Το γεγονός ότι στην μονίμως περιορισμένη αγορά του είδους εμφανίζονται τόσο προσεγμένες δισκογραφικές προσπάθειες, γίνονται τόσες συναυλίες από νέες (και παλιές) μπάντες, υπάρχουν τόσες κυκλοφορίες από ελληνικές (και ξένες) ανεξάρτητες εταιρείες, είναι πολύ ελπιδοφόρο και ενδεχομένως να προοιωνίζει ένα ακόμα πιο καρποφόρο μέλλον.  
Για τους Dustbowl δεν χρειάζονται πολλά λόγια. Είναι στο κουρμπέτι εδώ και μια δεκαετία, έχουν κυκλοφορήσει δυο άλμπουμ, ένα EP και δυο σινγκλ, ενώ έχουν συμμετάσχει και σε συλλογές. Η αγάπη τους για την ψυχεδελική country των 60s, τον σύγχρονο «americana» ήχο και το «paisley» της δεκαετίας του ‘80 έχει απαθανατιστεί με τον καλύτερο τρόπο στα έργα τους και στην εικόνα τους, ενώ οι ζωντανές εμφανίσεις τους χαρακτηρίζονται από μια αρτιότητα και έναν επαγγελματισμό, φαινόμενα που ευτυχώς εμφανίζονται όλο και συχνότερα στα δρώμενα της ελληνικής rock σκηνής. Όπως διατείνεται και μια φίλη της μπάντας: «Σε μια συναυλία των Dustbowl δε βαριέσαι ποτέ!»  
Σε λίγες μέρες οι Dustbowl κυκλοφορούν τον τρίτο ολοκληρωμένο δίσκο τους. Το Great Fantango ηχογραφήθηκε το περασμένο φθινόπωρο με παραγωγό τον Γιάννη «John Hardy» Χουστουλάκη, τον άνθρωπο που με την pedal steel κιθάρα του ολοκληρώνει με άψογο τρόπο το ηχητικό οικοδόμημα της μπάντας (και που μαζί με τον κιθαρίστα των Dustbowl Νίκο Φυσάκη συμμετέχει επίσης στους Thee Holy Strangers). Δέκα δικά τους κομμάτια (η ψηφιακή έκδοση περιλαμβάνει μια οκτάλεπτη εκτέλεση του «Lay me down easy», με τη συμμετοχή του Bασίλη Καμπούρη στο σιτάρ, ενώ το βινύλιο την κανονική) που ροκάρουν δυναμικά παρέχοντας ένα φρέσκο αέρα στην ατμόσφαιρα που διατρέχει εξαρχής τον ήχο της μπάντας. Οι ίδιοι εξάλλου αποκαλούν τη μουσική τους «mother-earth-rock»: απλές κιθαριστικές φόρμες σε μια alternative country μορφή, που γοητεύει χάρη στο άρτιο παίξιμο των μελών της μπάντας. Η φωνή του Πάνου Μπίρμπα είναι εκφραστική και σωστά τοποθετημένη πάνω από το φάσμα των κομματιών, το μπάσο της Λυδίας Γραμματικού και το ντραμς του Γιώτη Πετρέλη χτίζουν μια στιβαρή και ακλόνητη rhythm section, οι κιθάρες του Φυσάκη (ο βασικός στιχουργός) και του Μάκη Δρεμέτσικα ακούγονται σαν καλολαδωμένη μηχανή, ενώ η pedal steel του John Hardy διαχέεται διακριτικά αλλά απολύτως ουσιαστικά μέσα στο γενικό ηχητικό καμβά του άλμπουμ.  
Το ομώνυμο κομμάτι είναι μελαγχολικό, ερωτικό, ταξιδιάρικο και απογειώνεται (ιδίως προς το φινάλε του) χάρη στα blues φωνητικά της Τζένης Καπάδαη, το «Sweet flowers and vine» είναι ένας καθαρά country rock ύμνος, ενώ το «Linger on» που ανοίγει το άλμπουμ είναι κατά την ταπεινή μου γνώμη ένα από τα πιο ελκυστικά τραγούδια που έχω ακούσει τα τελευταία χρόνια, με την πιάνο-εισαγωγή του και την «σκοτεινή» του διάθεση – «I have loved you for you’re Jesus Christ, and I hate you just the same». Το «Don’t let the fascists drag you down» είναι το πολιτικό μανιφέστο των Dustbowl, ένα τραγούδι που θα λάτρευε ο Woody Guthrie με σολο α-λα Grateful Dead, που το διαδέχεται το «Bread and soil» ένα uptempo μίνι κομψοτέχνημα. Το «The gracious exile» είναι μια κλασική μπαλάντα χωρίς πολλές φιοριτούρες με τις κιθάρες να κυριαρχούν στο φόντο, το «Harvest and remains» είναι νοσταλγικό, ένα τραγούδι που θα το ζήλευαν οι Band, ενώ το «Heavy chain ball», το «Strain of care» και το «Lay me down easy» που κλείνει το άλμπουμ, θα έκαναν τον Steve Wynn να βάλει τα κλάματα.  
Σύμφωνα με τους ίδιους τους Dustbowl: «Το The Great Fandango είναι η “δική” μας μουσική, είναι τo Mother Earth Rock … τίποτα περισσότερο αλλά και τίποτα λιγότερο. Θέλαμε να κάνουμε κάτι που να αφορά το τώρα και το μόνο που παραμένει αναλλοίωτο πλέον στους Dustbowl είναι η παράδοση του να κάνουμε πάντα κάτι διαφορετικό από το προηγούμενο. Αυτό είναι και το μόνο που παραμένει σταθερό στην δισκογραφική (και όχι μόνο) παρουσία μας: ότι τίποτα δεν είναι το ίδιο!»  


merlins.gr/index.php/news/215-dustbowl-the-great-fantango-urban-sounds-records-2016#.VwqKZZyLQy4  

Σταύρος Μπέκας / Afrodelia

«Οι πολυαγαπημένοι μας Dustbowl επιστρέφουν με νέο 3ο ολοκληρωμένο album μετά από 7 χρόνια! Τιτλοφορείται ‘The Great Fandango’ και θα κυκλοφορήσει από την Urban Sounds στις 7 Μαϊου, όταν θα πραγματοποιηθεί και η live παρουσίαση του νέου δίσκου στο Ίλιον Plus!  
Στο ‘The Great Fandango’, μπορεί να υπάρχει νέος τραγουδιστής, αφού ο Πάνος Μπίρμπας πήρε τη θέση των DD Dynamite και Big George, αλλά ο ήχος του Αμερικάνικου νότου είναι εδώ, όπως ακριβώς συνέβαινε και στις προηγούμενες δουλειές τους. Η βάση λοιπόν παραμένει η ίδια αλλά γίνεται ένα ακόμη βήμα εμπρός αφού η πραγματικά εξαιρετική παραγωγή, η εμπειρία και το πιο δεμένο παίξιμο της μπάντας, γίνονται εμφανή. Είτε παίζουν Country Rock (Sweet Flowers and Vine), είτε Folk-Rock (Bread and Soil), είτε Folk μπαλάντες (The Gracious Exile, Harvest and Remains), είτε συνεχίζουν την Political Folk παράδοση του Woody Guthrie (Don’t Let the Fascists Drag you Down), είτε ακόμη φλερτάρουν με τους Dream Syndicate (Strain of Care), πάντα αισθάνεσαι ότι ακούς Dustbowl.. Λίγο παραπάνω μπορώ να πω ότι ξεχώρισα το μελωδικότατο ‘Linger On’ που ανοίγει τον δίσκο, το ομώνυμο ‘The Great Fandango’ με τα διπλά φωνητικά και το κολλητικό refrain, το φευγάτο ψυχεδελικό ‘Lay me Down Easy’ (υπάρχει μόνο στη digital έκδοση) που θα μπορούσε να βρίσκεται στο ‘Dust’ των Screaming Trees και το α λα Camper Van Beethoven ‘Heavy Chain Ball’ που έγινε αμέσως το αγαπημένο μου!  
Το πιο σημαντικό που πετυχαίνουν οι Dustbowl στο νέο τους album, είναι ότι προβάλουν τις επιρροές τους χωρίς να αντιγράφουν, διατηρώντας την ταυτότητά τους. Στον δίσκο υπάρχει ροή που θυμίζει concept album και αυτό είναι δείγμα συγκροτημένου συγκροτήματος! Τα τελευταία χρόνια η Ελληνική σκηνή δεν έχει να ζηλέψει τίποτα από τις αντίστοιχες του εξωτερικού. Το ‘The Great Fandango’ λοιπόν, που θα κυκλοφορήσει σε 500 αντίτυπα βινυλίου 150 γραμμαρίων, θα μπορούσε κάλλιστα να είναι δουλειά μιας πολύ καλής Αμερικάνικης Folk-Rock μπάντας.»

www.afrodelia.com/dustbowl-the-great-fandango/  


Γιάννης Νέγκρης / i-jukebox.gr  

«Ένας αυτοκινητόδρομος που μοιάζει να μην έχει τέλος, ένα κασετόφωνο, ένας ήλιος και ένα αεράκι να σηκώνει σκόνη.  
Αυτό είναι το τέλειο σκηνικό για να ακούσεις τους DUSTBOWL και το νέο τους άλμπουμ “The Great Fandango”.Από τις λίγες φορές που δεν μπορείς να ξεχωρίσεις κάποιο τραγούδι. Σου μοιάζουν ( και είναι ) όλα πανέμορφα .  
T α μελαγχολικά “Linger On”, “The Gracious Exile”, “Harvest and Remains”. Τα ροκ εν ρολ “Sweet Flowers and Vine”, “The Great Fandango”, “Heavy Chain Ball”, “Lay Me Down Easy”. T α ξεσηκωτικά “Bread and Soil”, “Strain of Care”. Το τεράστιας σημασίας “Don’t Let the Fascists Drag You Down”.  
Δεν έχω να πω κάτι άλλο. Ακούστε το με προσοχή, αγάπη και μεράκι. Και μην παίρνετε τα μάτια σας από το εκπληκτικό εξώφυλλο.»  


www.i-jukebox.gr/album-reviews/item/7020-dustbowl-the-great-fandango  

Γιώργος Χούλης / rockinathens.gr  

«Οι Αθηναίοι Dustbowl κατάφεραν να κερδίσουν τις εντυπώσεις, έχοντας ήδη δύο δίσκους και δύο singles όπου βάδιζαν στον Americana ήχο όπως τον δίδαξαν οι μεγάλοι του είδους (Johnny Cash, Link Wray, Woody Guthrie κλπ). Φέτος επιστρέφουν μετά απο 7 χρόνια δισκογραφικής απουσίας και αρκετές live εμφανίσεις με νέο line up και νέο ήχο που οι ίδιοι αποκαλούν Mother Earth Rock.  
Στην καινούρια τους δουλειά, οι Dustbowl υποδέχονται στις τάξεις τους τον Πάνο Μπίρμπα πίσω απο το μικρόφωνο και την ακουστική κιθάρα, μια προσθήκη που αποδείχτηκε σοφή μιάς και η φωνή χρωματίζει τις συνθέσεις και ολοκληρώνει το τελικό αποτέλεσμα που είναι ένα κράμα των μεγαθηρίων που αναφέρονται πιο πάνω με τους μετέπειτα συνεχιστές όπως οι Neil Young, The Band, αλλά και punk heroes των 80′s που κλείναν το μάτι στον Americana ήχο, όπως οι Dream Syndicate και οι Gun Club. Ολη η Αμερικάνικη μουσική παράδοση είναι κλεισμένη στο “The Grat Fandago” και αποτυπωμένη με σεβασμό και ευλάβεια μέσα στις εννέα συνθέσεις (συν μία εναλλακτική εκτέλεση του “Lay Me Down Easy”) από όπου ξεχωρίζουν εξαιρετικές στιγμές, όπως το όμορφο μελωδικό “Linger On”, το θυμωμένο “Strain of Care”, το “Don’t Let The Fascists Drag You Down” (όπου το πνεύμα του Woody Guthrie δίνει το παρόν κάπου εκεί μέσα), και το φανταστικό ομώνυμο όπου το απογειώνει η Τζένη Καπάδαη με τα δεύτερα φωνητικά της.  
Έστω κι αν άργησαν, οι Αθηναίοι Dustbowl επέστρεψαν ανανεωμένοι με έναν δίσκο δουλεμένο, γεμάτο όμορφες στιγμές και έντονα επηρεασμένο στιχουργικά απο τη τους σημερινούς δύσκολους καιρούς. Αξίζει να το τιμήσετε, μαζί με τις επικείμενες συναυλίες της μπάντας».


mix.grill.gr

«Είχαν αρκετά χρόνια να μας "μιλήσουν" οι Dustbowl. Κι επιστρέφουν ανανεωμένοι να μας υπενθυμίσουν, όπως οι ίδιοι λένε, το "Mother Rock" τους. Κι είμαστε χαρούμενοι που το έκαναν. Από το "Great Fandango" ακούμε το ομώνυμο τραγούδι που μας στέλνει κατευθείαν στην Αμερική. Καλό σας ταξίδι».

Mix Griill: BEST OF 2016/ Ανασκόπηση A' εξαμήνου 2016: Ελληνικοί δίσκοι [Dustbowl -The Great Fandango]


http://www.mixgrill.gr/ar45720el-greeks-do-it-better-dark-en-ciel-mechanimal-sarah-p-kid-flicks-dustbowl.html

Αντώνης Φράγκος – Music Paper

«Τρίτος δίσκος για τους ντόπιους Dustbowl και από ότι φαίνεται πιο κοντά σε αυτό που οι ίδιοι αποκαλούν Μοther- Earth Rock. Μια παραλλαγή της λεγόμενης Americana αλλά συνδυασμένης με βιωματικά μουσικά στοιχεία. Το The Great Fandango περιέχει ηχητικές μνήμες από Neil Young, Gram Parsons και Byrds αν θέλετε όπως, επίσης, από το Paisley Underground (Dream Syndicate, Green On Red) και τούδε – Television, Gun Club. Οι κιθάρες- ηλεκτρικές και ακουστικές- έχουν τον πρώτο λόγο, το ίδιο και οι ευαίσθητες μελωδικές γραμμές- η μπαλάντα κυριαρχεί αλλά πάνω απ' όλα είναι η ποιοτική στόφα των τραγουδιών που τοποθετεί τον δίσκο σε περίοπτη θέση μέσα στην Ελληνική σκηνή».

http://www.musicpaper.gr/playlist


Παναγιώτης Γαβρίλης / Soundgaze.gr  
Live review: Dustbowl @ Ίλιον Plus, 7/5/2016  

«Σάββατο βράδυ στο Ίλιον Plus, το οποίο έχω την εντύπωση ότι είμαι ο τελευταίος που επισκέπτεται από την παρέα του Soundgaze, για να σας μεταφέρω, όπως και οι υπόλοιποι, ότι πρόκειται για έναν όμορφο, αλλά κυρίως λειτουργικό συναυλιακό χώρο στο κέντρο της Αθήνας. Το διαπιστώνω αμέσως την στιγμή που μπαίνω, για να ακούσω – για πολλοστή φορά αλλά δεν βαριέμαι! – τους Dustbowl, οι οποίοι πρόκειται να παρουσιάσουν τον καινούριο τους δίσκο The Great Fandango, για τον οποίο σας γράψαμε πρόσφατα. Ελεύθερη είσοδος, καθώς το συγκρότημα θέλει η όλη παρουσίαση να εξελιχθεί σε ένα πάρτυ μεταξύ όχι μόνο φίλων και γνωστών, αλλά και όσων άλλων θα έχουν την όρεξη και το κέφι να παραβρεθούν για να γνωρίσουν το συγκρότημα…
Κοινώς, όλα πάνε εν τέλει καλά...Για να γίνουν ακόμα καλύτερα, όπως διαπιστώσαμε από την πρώτη κιόλας νότα του υπέροχου instrumental Land Ends από τον προηγούμενο μεγάλο δίσκο των Dustbowl Goin’ Down. Αυτό το όμορφο μελαγχολικό κομμάτι που κλείνει το μάτι στους Calexico, ήταν όσο χρειαζόταν να ακούσουμε για να διαπιστώσουμε ότι απέναντί μας είχαμε μία φοβερά δεμένη μπάντα όπως πάντα, για να τα λέμε όλα, σε μεγάλα κέφια, που, σε αντίθεση με κάποιες άλλες περιπτώσεις στο παρελθόν, είχε συμμαχό της και τον πολύ καλό ήχο του venue. Και αυτό δεν άλλαξε καθ’ όλη την διάρκεια του live. Έτσι, μπορέσαμε να ακούσουμε χωρίς να χάσουμε νότα τα υπέροχα solos του συνήθη υπόπτου Νίκου Φυσάκη, αλλά, σε λιγότερες περιπτώσεις και του Mike Δρεμέτσικα, που είναι πιο μετρημένος σίγουρα, αλλά to the point (που λένε και στο χωριό μου) και το εκπληκτικό pedal steel του Γιάννη Χουστουλάκη. Και αυτά, πριν καν λυθούν πλήρως οι μουσικοί και αρχίσουν να κάνουν το «κάτι παραπάνω» (βλ. παρακάτω).
Η συνέχεια είναι αφιερωμένη στο νέο δίσκο, μοιραία και αποζημιώνει όλους όσοι αποφάσισαν να αποτολμήσουν μία τόσο δύσκολη μέρα να έρθουν στο Ilion Plus (ο Πάνος Μπίρμπας από σκηνής μας ευχαρίστησε πάρα πολλές φορές και, θα ακουστεί ίσως υπερβολικό, αλλά προσωπικά το εκτίμησα απίστευτα). Δύσκολα μπορεί κανείς να ξεχωρίσει κάποιο κομμάτι, όλα παίχτηκαν άψογα και με το απαραίτητο κέφι. Θα πρέπει να κάνω μία εξαίρεση για το Linger On, πανέμρφο μέσα στην απλότητά του, με φωνητικά που βγαίνουν μέσα από την καρδιά και τις συνήθεις υπέροχες κιθάρες να μας ταξιδεύουν. Πολύ καλό και το Don’t Let The Fascists Drag You Down, που και λόγω της όλης θεματολογίας μπορεί να εξελιχθεί σε crowd pleaser, παρά το ότι ως κομμάτι δεν έχει τα στοιχεία αυτά που θα το καθιστούσαν το rock anthem που τραγουδάνε μπροστά σε παραληρούντα πλήθη διάφορα ιδρωμένα είδωλα (ευτυχώς – μισώ τα παραληρούντα πλήθη και ακόμη περισσότερο τα ιδρωμένα είδωλα...).
Όμως, το έχω γράψει ξανά, ακόμα και τώρα πια που οι Dustbowl μουσικά φαίνεται έστω και πρόσκαιρα να βγήκαν από το βάλτο και τα blues του και να έβαλαν τα μαύρα κοστούμια και τις στοιχειωμένες ιστορίες των ειδώλων τους στις ντουλάπες τους, για να στραφούν στον Neil Young, τον Townes Van Zandt, τον Gram Parsons και τους Band (μεταξύ άλλων πολλών, αλλά αντιλαμβάνεστε την διαφοροποίηση), όμως έχουν πολύ rock ενέργεια μέσα τους, η οποία βγήκε στο γκαζωμένο Stain Of Care, στην απίθανη εκτέλεση του Bread And Soil (ανώτερη του δίσκου!), και φυσικά στο Lay Me Down Easy που άλλωστε είναι και από τα πιο δυνατά κομμάτια του δίσκου. Το τελευταίο το ακούσαμε με το ψυχεδελικό τελείωμα που δεν περιλαμβάνεται δυστυχώς στην εκτέλεση του LP. Και είναι δύσκολο να μην δεις μέσα σε όλα αυτά ότι όλο το συγκρότημα παίζει ανταλλάσσοντας χαμόγελα, δείχνοντας με κάθε τρόπο ότι περνάει καλά.
Η συνέχεια μας επιφυλάσσει μία ενδιαφέρουσα εκπληξη με την μορφή δύο καινούριων κομματιών, τα οποία το συγκρότημα μας πληροφορεί ότι θα κυκλοφορήσουν αργότερα σε single και αφορούν σε ένα από τα (πολλά, δυσβάστακτα πολλά) προβλήματα των ημερών, το προσφυγικό. The Boat είναι το πρώτο, παλαιότερη σύνθεση του Πάνου Μπίρμπα, την οποία συνεισέφερε με τον ερχομό του στους Dustbowl. Όμορφο κομμάτι, που έχει κάτι από παλαιούς Walkabouts. Τhe Refugee τιτλοφορείται το δεύτερο και είναι μία παραλλαγή του κλασικού I Fought The Law των Bobby Fuller Four (όχι, δεν το έγραψαν οι Clash!). Στην συνέχεια όμως το πρόγραμμα επανέρχεται στον καινούριο δίσκο, το ομότιλο κομμάτι το οποίο παίζεται με ένταση πολύ μεγαλύτερη της στούντιο εκδοχής του υπό τα ενθουσώδη χειρόκροτήματα του κοινού, που πιστεύει, δίκαια, ότι αποτελεί ένα από τα highlights αυτής της νέας δουλειάς.
Κάπου εκεί περάσαμε σε παλαιότερα κομμάτια (μου άρεσε πολύ το Cherry Wine), αλλά και διασκευές: το Harvest Moon του Neil Young μου άρεσε πολύ, ακόμη περισσότερο το Dead Flowers των Rolling Stones (είναι τυχαίο ότι ο Dan Stuart επέλεξε να διασκευάσει στην πρόσφατη συναυλία του το ίδιο κομμάτι;), όπως και το Billy (ποιο νούμερο από όλα τα Billy, ειλικρινά δε θα καταφέρω να θυμηθώ ποτέ!) του Bob Dylan, σε μία πιο πρωτόγονη, γκαραζίστικη ας την πούμε σχηματοποιημένα εκτέλεση, που έκλεισε και το set. Και σε αυτό το τελευταίο μέρος της συναυλίας ήταν που είδαμε τον Νίκο Φυσάκη και τον Γιάννη Χουστουλάκη να λύνονται πλήρως και να αυτοσχεδιάζουν, με λίγα λόγια να το διασκεδάζουν ακόμα περισσότερο από ό,τι ήδη διασκέδαζαν. Και το κοινό βεβαίως, στο οποίο περιλαμβάνονταν όλοι οι απαραίτητοι φίλοι και γνωστοί που γνώριζαν τα κομμάτια, συμμετείχε ενθουσιωδώς από την αρχή μέχρι το τέλος (ποιος τους αδικεί; οι Dustbowl “σκότωναν”).
Επίλογος: Περιδιαβαίνοντας σήμερα, πρωί Δευτέρας τον ηλεκτρονικό μουσικό Τύπο, διαπίστωσα το αναμενόμενο, ότι δηλαδή πολλοί παραληρούν για την συναυλία του Steven Wilson. Στην συναυλία αυτή δεν πήγα, τον έχω δει δύο φορές στην ζωή μου και θεωρώ ότι είναι υπερ αρκετό. Δεν μπορώ όμως παρά να σταθώ στην αβυσσαλέα διαφορά που χωρίζει μουσικούς (έστω και μεγάλους) σαν και αυτόν, με μουσικούς σαν τους Dustbowl. O πρώτος, παγιδευμένος σε έναν ακαδημαϊσμό, μία τεχνοκρατική προσέγγιση ακόμα και όταν το concept του δίσκου του μοιάζει ανθρώπινο, επιζητεί το μεγαλοπρεπές, αρέσκεται σε πράγματα που έχουν επικές διαστάσεις. Μέγα πλήθος, μέγα πάθος, μέγιστος θαυμασμός, τρεις-τέσσερις ώρες διάρκειας η συναυλία κλπ. Οι δεύτεροι, παίζουν μπροστά στους φίλους τους, δίνοντας την ψυχή τους και, προφανώς άνευ οικονομικού ανταλλάγματος. Ξέρω ότι η πλειονότητα των συντακτών του Soundgaze και όχι μόνο θα διαφωνήσει (εδώ έχουμε δημοκρατία άλλωστε, όλοι γράφουμε ό,τι πιστεύουμε!), αλλά νομίζω ότι είναι αχρείαστο να πω ποια ήταν για εμένα πραγματικά η συναυλία αυτού του τριημέρου. Το rock’n’roll δεν έγινε αυτό που έγινε λόγω της τεχνικής αρτιότητας και των μεγάλων shows. Έγινε αυτό που έγινε όταν κάποιοι τύποι αποφάσισαν να μιλήσουν μέσα από την καρδιά τους για όσα νιώθουν, με τρόπο άμεσο, κατανοητό, αληθινό. Οι Dustbowl ονομάζουν αυτό Μother Earth Rock. Εγώ (το έχω ήδη πει), απλώς Καλή Μουσική!»


www.soundgaze.gr/index.php/diskoi/item/2243-dustbowl-the-great-fandango-urban-sounds-2016?platform=hootsuite

Κατερίνα Ρογδάκη – Hard Music

«Το ποτάκι σας το βάλατε; Τα φώτα τα χαμηλώσατε; Τέλεια! Βάλτε και το "The Great Fandango" των Dustbowl να παίζει, ιδανικά με ένα από τα 500 αντίτυπα 12" βινυλίου που κυκλοφόρησαν. Τώρα απολαύστε αυτό που οι ίδιοι αποκαλούν "Mother - Earth Rock". Στα 10 κομμάτια του album θα ακούσετε μία διαφορετική προσέγγιση του Americana rock ήχου και ένα είδος alternative country. Απλές μουσικές και γραμμές επικρατούν, με τις κιθάρες σαφώς να έχουν την τιμητική τους, χωρίς όμως ιδιαίτερα "τεχνάσματα". Τελικά όμως αυτό δεν αφαιρεί τίποτα από τον ήχο των Dustbowl, αντίθετα ταιριάζει απόλυτα στο είδος που παίζουν και τελικά επιτρέπει σ'εμάς τους ακροατές να το απολαύσουμε καλύτερα. Δύσκολο να ξεχωρίσω ένα κομμάτι από το δίσκο. Το καθένα είναι ξεχωριστό, με τη δική του μοναδική προσωπικότητα και το συναίσθημα που βγάζει. Όμως μία μικρή αδυναμία την έχω στο "The Gracious Exile". Αποκτείστε κι εσείς τη δική σας.

http://hardmusic.gr/reviews/dustbowl-the-great-fandango.html

.

.